Italo Calvino – Αόρατες πόλεις (σελ.48-49)

Ο Μάρκο Πόλο φανταζόταν ότι απαντούσε (ή ο Κουμπλάι Χαν φανταζόταν την απάντησή του) πως όσο περισσότερο χανόταν σε άγνωστους μαχαλάδες μακρινών πόλεων, τόσο περισσότερο καταλάβαινε τις άλλες πόλεις που είχε διασχίσει για να φτάσει μέχρι εκεί, και ανέτρεχε πάλι στους ενδιάμεσους σταθμούς των ταξιδιών του, και μάθαινε να γνωρίζει από την αρχή το λιμάνι από το οποίο είχε σαλπάρει, και τους οικείους τόπους των νεανικών του χρόνων, και τις γειτονιές γύρω από το σπίτι του, και μια μικρή πλατεία στη Βενετία όπου έτρεχε σαν ήταν μικρό παιδί.

Στο σημείο αυτό ο Κουμπλάι Χαν τον διέκοπτε ή φανταζόταν πως τον διέκοπτε, ή ο Μάρκο Πόλο φανταζόταν πως τον διέκοπτε, με μια ερώτηση σαν αυτή: «Μα προχωράς με το κεφάλι στραμμένο πάντα προς τα πίσω;» Ή «Πώς συμβαίνει όλα όσα βλέπεις να βρίσκονται πάντα πίσω σου;» ‘Η ακόμα: «Το ταξίδι σου ξετυλίγεται μονάχα στο παρελθόν;»

Όλα αυτά ώστε ο Μάρκο Πόλο να μπορέσει να εξηγήσει ή να φανταστεί ότι εξηγεί ή να τον φαντάζεται κάποιος άλλος να εξηγεί ή να κατορθώνει επιτέλους να εξηγεί στον εαυτό του ότι αυτό που ο ίδιος αναζητούσε βρισκόταν πάντα μπροστά του, και ότι ακόμα κι αν επρόκειτο για παρελθόν, ήταν ένα παρελθόν που άλλαζε όσο προχωρούσε σιγά σιγά στο ταξίδι του, γιατί το παρελθόν του ταξιδιώτη αλλάζει ανάλογα με τη διαδρομή που έχει διανύσει – και δεν αναφερόμαστε στο πρόσφατο παρελθόν στο οποίο η κάθε μέρα που περνάει προσθέτει μια μέρα, αλλά το πιο μακρινό παρελθόν. Όταν φτάνει σε μια νέα πόλη, ο ταξιδιώτης ξαναβρίσκει ένα παρελθόν του που δεν ήξερε πλέον ότι είχε: η ξένη φύση αυτού που έπαψες πλέον να είσαι ή να έχεις σου έχει στήσει καρτέρι στα πιο ξένα και άγνωστα μέρη.

Ο Μάρκο μπαίνει σε μια πόλη· βλέπει κάποιον σε μια πλατεία να ζει μια ζωή ή μια στιγμή που θα μπορούσαν να είναι δικές του· στη θέση εκείνου του ανθρώπου τώρα θα μπορούσε να είναι ο ίδιος, αν είχε σταματήσει το χρόνο πολύ καιρό πριν, ή αν πολύ καιρό πριν, σε μια διασταύρωση, αντί να πάρει τον ένα δρόμο είχε πάρει τον αντίθετο και μετά από ένα μεγάλο γύρο βρισκόταν στη θέση εκείνου του ανθρώπου σ’ εκείνη την πλατεία. Τώρα πια, από εκείνο το αληθινό ή υποθετικό του παρελθόν, ο ίδιος είναι αποκλεισμένος· δεν μπορεί να σταματήσει· πρέπει να συνεχίσει μέχρι να φτάσει σε μια άλλη πόλη όπου τον περιμένει ένα άλλο παρελθόν του, ή κάτι που ίσως να ήταν ένα πιθανό του μέλλον και τώρα είναι το παρόν κάποιου άλλου. Ένα απραγματοποίητο μέλλον είναι μονάχα ένα κλαδί του παρελθόντος: ένα ξερό κλαδί.

«Ταξιδεύεις για να ξαναζήσεις το παρελθόν σου;» ήταν στο σημείο εκείνο η ερώτηση του Χαν, ερώτηση που θα μπορούσε να διατυπωθεί και ως εξής: «Ταξιδεύεις για να ξαναβρείς το μέλλον σου;»

Και η απάντηση του Μάρκο: «Το αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δεν θα έχει».

Italo Calvino – Αόρατες πόλεις (σελ.48-49, μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2003)

Μοίρασέ το:Share on Facebook10Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...