Το ψωμί και ο θάνατος

Ήταν τεχνίτης στην πρώτη πόλη που φτιάχτηκε στη Σελήνη και κατοικήθηκε από ανθρώπους. Ένας από τους πολλούς συντηρητές του κολοσσιαίου συστήματος εξαερισμού. Υπήρχε ένας μεγάλος θόλος και μέσα ήταν η πόλη. Έξω από το θόλο ήταν τ’ αστέρια. Η Γη έδειχνε όμορφη από τη Σελήνη• όμορφη σαν την πατρίδα που ένας γέρος θυμάται με τα νεανικά μάτια της ψυχής. Αλλά δεν ήταν η Γη του Μαγελάνου, του Βάσκο ντα Γκάμα, του Μάρκο Πόλο, του Άμουνσεν. Νησιά κι ακτές είχαν σκεπαστεί από τη θάλασσα• εκεί που παλιότερα υπήρχαν δάση, τώρα υπήρχε έρημος.

Ο συντηρητής είχε πάει με τη σύζυγό του στη Σελήνη, όπως οι περισσότεροι• τα ζευγάρια προτιμούνταν. Ήταν νέοι, εκείνος είκοσι οχτώ χρονών, εκείνη είκοσι έξι. Όπως όσοι ήταν προγραμματισμένο να πάνε στη Σελήνη, δέχτηκαν για ένα χρόνο η ζωή τους να παρακολουθείται είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο για να διαπιστωθεί ότι ήταν απόλυτα ισορροπημένοι, ο καθένας χωριστά καθώς και στην αναμεταξύ τους σχέση. Στην πόλη μέσα στο θόλο, περιτριγυρισμένοι από έναν άγονο δορυφόρο χωρίς ατμόσφαιρα κι από διάστημα, οι κάτοικοι συχνά ασφυκτιούσαν, εμφάνιζαν φοβίες, αντιδρούσαν απρόβλεπτα. Η αποδεδειγμένη ισορροπία όσων πήγαιναν ήταν επομένως εκ των ων ουκ άνευ. Μολαταύτα, περιστατικά αυτοχειρίας σημειώνονταν.

Η εικοσιεξάχρονη κοπέλα ήταν σχεδιάστρια. Ένα χρόνο μετά αυτοκτόνησε. Ο συντηρητής μπορούσε να αναζητήσει άλλη σύντροφο ή σύζυγο, αλλά δεν το θέλησε. Μετά από τέτοια περιστατικά αυτοχειρίας, άλλωστε, πολλοί –άντρες και γυναίκες– επέλεγαν να μείνουν μόνοι. Οι νεκροί στη σεληνιακή πόλη αποτεφρώνονταν ή, από ένα σκάφος, η σορός αφηνόταν στο διάστημα. Αλλά ο συντηρητής ζήτησε η σύζυγός του να ταφεί. Ο χώρος μέσα στο θόλο ήταν πολύτιμος και το αίτημά του ήταν σχεδόν αδιανόητο. Οι κάτοικοι της πόλης ζούσαν σε διαμερίσματα σαν μικρά κουτιά.

Στάθηκε πολύ δύσκολο και δαπανηρό να πάρει άδεια για την ταφή της συζύγου του σ’ ένα σημείο του θόλου, κι επίσης ήταν πολύ δαπανηρό να φέρει χώμα από τη Γη. Αλλά τα κατάφερε. Δούλευε πολλές ώρες και στον ελεύθερο χρόνο του διάβαζε. Λογοτεχνία, φιλοσοφία. Του ’χε κάνει εντύπωση ο Θεός του Σπινόζα, ήταν ένας Θεός που μπορούσε ο συντηρητής να Τον καταλάβει.

Παράγγειλε από τη Γη σπόρους σιταριού. Μια χούφτα σπόροι του στοίχισαν δύο μισθούς. Δεν τον ένοιαξε, έτσι κι αλλιώς ξόδευε ελάχιστα. Πήρε άδεια και τους φύτεψε στο σημείο όπου πριν από είκοσι χρόνια είχε θάψει τη σύζυγό του. Από ένα μουσείο αγόρασε έναν παλιό χερόμυλο για το άλεσμα του σταριού. Στη Γη όλα πωλούνταν πλέον, γιατί ’χε εκλείψει η πίστη, ή το νόημα, που τους έδινε αξία. Αγόρασε κι ένα κομμάτι ξύλο. Του στοίχισε πέντε μισθούς. Με προσοχή και υπομονή σκάλισε μια σφραγίδα για το ψωμί, που εικόνιζε την όψη της όπως τη θυμόταν. Δεν της έμοιαζε, αλλ’ ήταν αυτή. Έφτιαξε αλεύρι, ζύμωσε ένα ψωμί κι απάνω του, προτού το ψήσει, πάτησε την όψη της• ήταν άνοστο ψωμί όπως ήταν η σφραγίδα κακότεχνη, αλλά ο συντηρητής, μουσκεύοντας τις μπουκιές με τα δάκρυά του, το έφαγε όλο, μέχρι το τελευταίο ψίχουλο.

Μοίρασέ το:Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...