Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

oporof1

Γράφει η Αναστασία Τσιότσκα

Έχοντας λάβει πριν λίγες μέρες τις απαντήσεις του Νίκου Σαραντάκου στις ερωτήσεις που του έστειλα με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου με τίτλο «Οπωροφόρες λέξεις» (εκδόσεις Κλειδάριθμος), άρχισε να με απασχολεί πώς θα προλόγιζα την ανάρτησή τους. Σκεφτόμουν τότε να αναφερθώ στους λόγους για τους οποίους εδώ και λίγους μήνες παρακολουθώ ανελλιπώς τις δημοσιεύσεις του ιστολογίου του «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Σχεδίαζα, λοιπόν, να γράψω κάτι σαν αυτό. Οι αναρτήσεις του ιστολογίου συνδυάζουν το τερπνό με το ωφέλιμο: είναι πάντα καλά τεκμηριωμένες, καλύπτουν το εκάστοτε θέμα από όλες του σχεδόν τις πλευρές, πολύ συχνά παραπέμπουν σε ενδιαφέροντα κείμενα τρίτων και προκαλούν γόνιμες συζητήσεις. Είναι καλογραμμένες, με ζωηρό ρυθμό και αρκετές δόσεις χιούμορ, που κρατούν αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Φυσικά, δεν θα παρέλειπα να παρουσιάσω το νέο του βιβλίο.

Στο μεταξύ, όμως, προέκυψε το θέμα της απεργίας των καθηγητών εν μέσω πανελληνίων εξετάσεων, για το οποίο δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο «Καθηγητές στο χακί», το οποίο με άγγιξε ιδιαίτερα, καθώς έγραψε σ’ αυτό  όλα όσα και η ίδια ήθελα να πω στην κόρη μου, που είναι φέτος υποψήφια. Κατόπιν τούτου, επιλέγω σήμερα αντί προλόγου να παραθέσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του κειμένου και να αφήσω τις λέξεις του Νίκου Σαραντάκου να πουν τη δική τους ιστορία…

«Πιστεύω όμως ότι οι καθηγητές αξίζουν τη συμπαράσταση στον αγώνα που δίνουν σήμερα. Και νομίζω ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έβλεπαν θετικά ή ουδέτερα την απεργία μέσα στις εξετάσεις, μια απόφαση που άλλες χρονιές είχε ελάχιστη κοινωνική αποδοχή, γι’ αυτό άλλωστε και ποτέ άλλοτε δεν επιχειρήθηκε μετά το 1988. Διότι βέβαια δεν αντιπροσωπεύουν την κοινωνία οι λιγοστοί ακραίοι φιλελεύθεροι χρυσαβγίτικης νοοτροπίας που ίδρυσαν… ομάδα εθελοντών επιτηρητών (και λυπάμαι που παλιός συμφοιτητής μου, κάποτε λαμπρό μυαλό, είναι ένας από τους εμπνευστές της γελοίας αλλά ευτυχώς θνησιγενούς αυτής πρωτοβουλίας). Μπορεί να πέφτω έξω, και θέλω να ακούσω και τη δική σας γνώμη, αλλά νομίζω πως η κοινωνία βλέπει με αγωνία, αμηχανία αλλά και ελπίδα τον αγώνα των καθηγητών. Γιατί όποιος γονιός αγαπάει τα παιδιά του και τα σκέφτεται, δεν κουρελιάζει την αξιοπρέπεια των ανθρώπων στους οποίους έχει εμπιστευτεί τη μόρφωσή τους».

«Το ότι κάτοχοι πανεπιστημιακών πτυχίων, ακόμα και μεταπτυχιακών τίτλων, είναι επιρρεπείς σε μύθους και θεωρίες συνωμοσίας, το έχω κι εγώ παρατηρήσει (και υποστεί), αλλά δεν παύει να με εκπλήσσει. Οι εκπαιδευτικοί έχουν μεγαλύτερες ευθύνες, επειδή από τη θέση στην οποία βρίσκονται μπορούν να κάνουν περισσότερη ζημιά αναπαράγοντας μύθους. Όσο κι αν η ανασκευή μύθων φαίνεται πολλές φορές ματαιοπονία, σαν το πιθάρι των Δαναΐδων, νομίζω ότι αργά αλλά ευτυχώς σταθερά υπάρχει κάποια πρόοδος. Η πρόσφατη περίπτωση της «Φωνηεντιάδας» έδειξε πως όταν ο αντίλογος εμφανίζεται έγκαιρα και έγκυρα, ο μύθος δυσκολεύεται να ριζώσει.»

Ερ.: «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» είναι ο τίτλος του ιστολογίου σας και στη σελίδα ‘About’ μας εξηγείτε ότι ενδιαφέρεστε για τη φρασεολογία, την ετυμολογία και τη λεξικογραφία, δηλαδή για τις παροιμιακές και ιδιωματικές εκφράσεις, την προέλευση φράσεων και λέξεων και την ερμηνεία και χρήση τους, αντιστοίχως. Πότε και πώς γεννήθηκε αυτό σας το ενδιαφέρον για τις λέξεις;   

Απ.: Αρχικά ήταν η αγάπη για τη λογοτεχνία. Μετά, όταν βρέθηκα σε πολύγλωσσο περιβάλλον, η παρατήρηση της αλληλεπίδρασης των γλωσσών (φρασεολογικά δάνεια ή αντίστοιχα εκφραστικά μέσα, αφενός, λεξιλογικά δάνεια και αντιδάνεια αφετέρου). Και μετά, όλο και περισσότερη εμβάθυνση στη δική μας γλώσσα. Και όταν διαπίστωσα ότι μου αρέσουν οι ιστορίες λέξεων, δηλαδή η παρακολούθηση της ετυμολογίας και της εξέλιξης της σημασίας μιας λέξης μέσα στους αιώνες, τότε άρχισα να τις αφηγούμαι. Γι’ αυτό και «οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», που μου δίνει και την ευκαιρία να ξαναβρώ την επαφή με τη λογοτεχνία.

Ερ.: Εντύπωση μου προκαλεί στην ίδια σελίδα του ιστολογίου σας η αναφορά στις σπουδές σας: χημικός μηχανικός και αγγλική φιλολογία. Ετερόκλητα αντικείμενα σπουδών που τυχαία προέκυψαν ή σας «επιβλήθηκαν» ή υπάρχει κάποιο αόρατο συνεκτικό στοιχείο που σας οδήγησε από το ένα στο άλλο και που θα είχε ενδιαφέρον να μοιραστείτε μαζί μας; Γιατί μεταφραστής και όχι χημικός μηχανικός ή καθηγητής αγγλικής φιλολογίας;

Απ.: Τελειώνοντας το Πολυτεχνείο, φλερτάρισα με την ιδέα να κάνω μεταπτυχιακά έξω. Την τελευταία στιγμή αποφάσισα ότι δεν μου ταιριάζει, και συνειδητοποίησα ότι περισσότερο με τραβάνε η λογοτεχνία και οι γλώσσες -και ότι ξέρω πολύ καλά αγγλικά. Με τη μετάφραση, βρήκα έναν τρόπο βιοπορισμού που ακόμα με τέρπει. Οι σπουδές στην αγγλική φιλολογία έγιναν παρεμπιπτόντως, μόνο στις εξετάσεις πήγαινα.

Ερ.: Πρόσφατα γράψατε για τα «Ενθέματα» της Αυγής ένα λεξιλογικό σημείωμα με τίτλο «Σύντροφοι όλων των γλωσσών…», στο οποίο προσεγγίσατε ετυμολογικά και ιστορικά τη λέξη «σύντροφος» και το οποίο κλείσατε με τη φράση- προτροπή «καιρός να ξεσκονίσουμε τα αγωνιστικά λεξικά μας». Μαθαίνεται η συντροφικότητα, η αγωνιστικότητα και η γλώσσα από τα λεξικά;

Από τα λεξικά (τουλάχιστον της μητρικής σου γλώσσας) δεν μαθαίνεις ακριβώς νέες λέξεις, περισσότερο αποσαφηνίζεις τη σημασία τους και τις ξαναθυμάσαι. Κάτι τέτοιο εννοούσα με αυτή την προτροπή: να θυμηθούμε τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις.

Ερ.: Εύκολα διακρίνεται στο ιστολόγιό σας το εξακολουθητικό ενδιαφέρον σας για την κατάρριψη γλωσσικών μύθων, οι οποίοι διαδίδονται με γεωμετρική πρόοδο στο διαδίκτυο (και) από εκπαιδευτικούς. Ενδεικτικά αναφέρω το σχετικά πρόσφατο θέμα με τη δήθεν κατάργηση των φωνηέντων στη γραμματική που διδάσκεται στις τάξεις του δημοτικού. Στο λύκειο όπου φοιτά η κόρη μου απαντάται το παράδοξο βιολόγος να προπαγανδίζει τον ευφυή σχεδιασμό έναντι της θεωρίας της εξέλιξης. Σας εκπλήσσει το φαινόμενο απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να είναι επιρρεπείς σε κάθε λογής μύθους ή και θεωρίες συνωμοσίας; Πώς φαντάζεστε το ιδανικό σχολείο;

Το ότι κάτοχοι πανεπιστημιακών πτυχίων, ακόμα και μεταπτυχιακών τίτλων, είναι επιρρεπείς σε μύθους και θεωρίες συνωμοσίας, το έχω κι εγώ παρατηρήσει (και υποστεί), αλλά δεν παύει να με εκπλήσσει. Οι εκπαιδευτικοί έχουν μεγαλύτερες ευθύνες, επειδή από τη θέση στην οποία βρίσκονται μπορούν να κάνουν περισσότερη ζημιά αναπαράγοντας μύθους. Όσο κι αν η ανασκευή μύθων φαίνεται πολλές φορές ματαιοπονία, σαν το πιθάρι των Δαναΐδων, νομίζω ότι αργά αλλά ευτυχώς σταθερά υπάρχει κάποια πρόοδος. Η πρόσφατη περίπτωση της «Φωνηεντιάδας» έδειξε πως όταν ο αντίλογος εμφανίζεται έγκαιρα και έγκυρα, ο μύθος δυσκολεύεται να ριζώσει.

Ερ.: Έχετε επιμεληθεί την έκδοση μία νουβέλας και μιας συλλογής διηγημάτων του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, για τον οποίο γράφετε στο ιστολόγιό σας: «Αριστοκρατικά μεγαλωμένος, άριστα μορφωμένος, μοναχοπαίδι υπουργού, ανανεωτής της παράδοσης, ανοιχτά ομοφυλόφιλος, συνοδοιπόρος των κομμουνιστών, τοξικομανής, αυτόχειρας…», περιγραφή που μου φέρνει στο μυαλό τον OscarWilde, καθώς κι ένα χωρίο από το μυθιστόρημά του Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη: «Ένας μεγάλος ποιητής, ένας πραγματικά μεγάλος ποιητής είναι το πιο αντιποιητικό πλάσμα που υπάρχει. Αλλά οι κατώτεροι ποιητές είναι τρομερά γοητευτικοί». Υποκύπτω στον πειρασμό να σας ρωτήσω: είναι το έργο ή η προσωπικότητά του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη που σας γοητεύει περισσότερο;

Ασφαλώς το έμψυχο ποίημα, η συνάρθρωση ζωής και έργου, είναι που με τράβηξε στον Λαπαθιώτη. Πάντως, δεν είναι ο μοναδικός λογοτέχνης που έχω καταπιαστεί σε βάθος με το έργο του· εξίσου ασχολούμαι, π.χ., και με τον Γιώργο Κοτζιούλα που είναι από τα μέρη τα δικά σας και που είχε συνδεθεί φιλικά έναν καιρό με τον Λαπαθιώτη.

Ερ.: Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος το νέο σας βιβλίο με τίτλο «Οπωροφόρες λέξεις», το οποίο συγκεντρώνει άρθρα σας για τα φρούτα, όπου εξετάζετε τον κάθε καρπό από γλωσσική-ετυμολογική, φρασεολογική και πολιτισμική άποψη και το οποίο προδιαθέτει για εύγευστη, χορταστική όσο και ωφέλιμη ανάγνωση. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τη συγγραφή του; Θα θέλατε να δώσετε μια πρόγευση στους αναγνώστες του mybook.gr αποκαλύποντας γιατί λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη;

Όπως είπα απαντώντας στην πρώτη σας ερώτηση, εδώ και καιρό ασχολούμαι με τις «ιστορίες λέξεων». Από τις λέξεις, μπορείς να προχωρήσεις στο πράγμα και να σκιαγραφήσεις (φυσικά με λίγες πινελιές μόνο) την πολιτισμική, ας πούμε, ιστορία του πράγματος. Έχοντας γράψει μερικά άρθρα για φρούτα, που είχαν αρέσει στους αναγνώστες του ιστολογίου, σκέφτηκα ότι ένα βιβλίο με τέτοιες ιστορίες θα ήταν πρωτότυπο και θα είχε γούστο.

Για τα σύκα και τη σκάφη, η υποψία μου είναι ότι έχουμε σεξουαλικό υπονοούμενο. Δηλαδή ο Αθηναίος της καλής κοινωνίας ίσως να μη χρησιμοποιούσε μπροστά σε κόσμο τις λέξεις «σύκα» και «σκάφη», επειδή στην καθομιλουμένη της εποχής οι λέξεις αυτές είχαν και άσεμνη σημασία, όπως σήμερα στους κύκλους της καλής κοινωνίας μπορεί να διστάσει κάποιος να πει, ξερωγώ, «πουλί» ή «τρύπα» ή κάποια άλλη λέξη με ενδεχομένως διφορούμενη σημασία.

Για το σύκο ξέρουμε ότι είχαν και πονηρές σημασίες. Ίσως και η σκάφη να είχε μη κόσμιες σημασίες – π.χ., σκάφιον έλεγαν το καθίκι. Μπορούμε λοιπόν δοκιμαστικά να προτείνουμε την ιδέα ότι ο καθωσπρέπει Αθηναίος μπροστά σε αγνώστους θα προτιμούσε να αποφύγει να πει «σύκα» και «σκάφη» και θα χρησιμοποιούσε, ας πούμε, ένα συνώνυμο, όπως «κάρδοπος» για τη σκάφη. Αντίθετα, ο αγροίκος, που ήταν από χωριό και δεν χαμπάριαζε από λεπτότητες, ο αριστοφανικός Στρεψιάδης λόγου χάρη, θα έλεγε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Το ξαναλέω, πρόκειται για εικασία.

Σχετικοί σύνδεσμοι

http://sarantakos.wordpress.com/

Μοίρασέ το:Share on Facebook57Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...