Μολυβιές στο περιθώριο II

Μολυβιές

                                                                                                 στο περιθώριο

  ΙΙ

             ερωτηματικό στις σσ. 204 κ.κ. του βιβλίου Οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας του Τ. Τοντόροφ (μετ. Σ. Τριανταφύλλου – Μ. Κουτάλου, εκδ. Πατάκη), όπου παρατηρούμε ότι η αριστοτελίζουσα – όπως άλλωστε και ο ίδιος ο τίτλος – πραγμάτευση της διαλυτικής των αρχών της δημοκρατίας επενέργειας του λαϊκισμού και της παραλυτικής των οργάνων λειτουργίας του πολιτεύματος δράσης των λαϊκιστών δεν αναφέρεται στη μεγαλύτερη συμφορά της ανθρωπότητας κατά Σοπενχάουερ, το Σταγειρίτη («Αυτός έφη», όπως θα έλεγαν και οι σχολαστικοί: «μια άλλη μορφή δημοκρατίας είναι αυτή στην οποία … υπέρτατη αρχή είναι ο λαός, όχι ο νόμοςּ αυτό γίνεται όταν τα ψηφίσματα έχουν μεγαλύτερη ισχύ από το νόμο και αυτό συμβαίνει λόγω των δημαγωγών. Δηλαδή στις δημοκρατικές πόλεις, που κυβερνώνται σύμφωνα με το νόμο, δεν εμφανίζεται δημαγωγός, αλλά έχουν την πρωτοκαθεδρία οι άριστοι πολίτες, ενώ όπου οι νόμοι δεν είναι κυρίαρχοι, εκεί εμφανίζονται δημαγωγοί», Πολιτικά 1292 a 4-11).

             ερωτηματικό στη σ. 198 του ίδιου έργου, στην οποία διαβάζουμε ότι «μετά την εξαφάνιση κομμουνιστή αντιπάλου, ο λαός έπρεπε να προβάλει τους φόβους, τις ανησυχίες και τις αποστροφές του σε κάποια άλλη ομάδα. Τα πρόβαλε στους ξένους, κυρίως τους μουσουλμάνους: παρατηρήθηκε ξαφνική άνοδος της ξενοφοβίας και της ισλαμοφοβίας.» Αναρωτιόμαστε λοιπόν αν ο Τοντόροφ ερμηνεύει ως μετατόπιση του φόβου τη μεταμφίεση του φόβητρου.

             Λιγότερο οξειδωμένα από το παράδειγμα του «υπαρκτού» είναι τα χειρουργικά όργανα του σοφού Πολωνού γέροντα Ζ. Μπάουμαν, που μας παραδίδει ένα ακόμη αριστοτελικό έργο, με αναφορές αυτή τη φορά στο φιλόσοφο, χωρίς όμως παραπομπή σε κείμενό του:

            ερωτηματικό λοιπόν σε κάθε τέτοια αναφορά του Ζ. Μπάουμαν (Παράπλευρες απώλειες, κοινωνικές ανισότητες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, μετ. Ε. Παραδέλλη, εκδ. Του Εικοστού Πρώτου) στον Αριστοτέλη:

 στη σ. 21 κιόλας διαβάζουμε τη σημασία του οίκου, της εκκλησίας καιτης πόλης στην ορολογία του Α. και σημειώνουμε ότι τη σχετική έκθεση και διασύνδεση των κοινωνικών σχηματισμών βρίσκει κανείς στο Α των Πολιτικών,

 στη σ. 25 διαβάζουμε ότι «Ο Πινοσέτ στη Χιλή, ο Syngman Rhee στη Νότια Κορέα, o Lee Kuan Yew στη Σιγκαπούρη, ο Chiang Kai – shek στην Ταϊβάν ή οι σημερινοί κυβερνώντες της Κίνας ήταν ή είναι δικτάτορες (ο Αριστοτέλης θα τους αποκαλούσε ‘‘τυράννους’’) σε όλα, με εξαίρεση τα ονόματα που οι ίδιοι έχουν επιλέξει για τα αξιώματά τους και σημειώνουμε ότι ο Α. χαρακτηρίζει την τυραννίδα, την ολιγαρχία και τη δημοκρατία  ‘‘παρεκβάσεις’’ (: παρεκκλίσεις από το ορθό) της βασιλείας, της αριστοκρατίας και της πολιτείας αντίστοιχα. («Η τυραννία είναι μοναρχία που υπηρετεί το συμφέρον του μονάρχη, η ολιγαρχία υπηρετεί το συμφέρον των ευπόρων και η δημοκρατία των απόρων, καμιά όμως από αυτές δεν αποσκοπεί στην κοινή ωφέλεια», όπ. παρ. 1279b 4 – 10),

 στις σσ. 44 – 45 διαβάζουμε: «Αν είχε προσκληθεί σε μια βουλευτική συνεδρία στο Λονδίνο, το Παρίσι ή την Ουάσιγκτον ο Αριστοτέλης, θα ενέκρινε ίσως τους διαδικαστικούς της κανόνες και θ’ αναγνώριζε τα οφέλη που προσφέρει στους ανθρώπους που αφορά, θα ένιωθε αμήχανος όμως όταν θα του έλεγαν ότι αυτό που του είχαν δείξει ήταν «δημοκρατία εν δράσει». Δεν είναι όπως οραματίστηκε τη «δημοκρατική πόλη» ο Αριστοτέλης, ο οποίος και έπλασε τον όρο…». Συμμεριζόμενος την υπόθεση θα ανέτρεχε κανείς στην αθροιστική θεωρία του Α., στο Γ των Πολιτικών, κυρίως 1281a 40 – b 15, όπου φαίνεται να προκρίνει το πολίτευμα της κυριαρχίας των πολλών (υποστηρίζει ότι οι πολλοί ως σύνολο ασκούν τη εξουσία με τρόπο λυσιτελέστερο από εκείνον των αρίστων αλλά ολίγων, διότι διαθέτουν πολλαπλάσια αρετή και φρόνηση, αν και το ιδεώδες πολίτευμα για τον Α. αποτελεί η μοναρχία του τέλειου άνδρα, εξαιρετικά σπάνια βέβαια περίπτωση[1]), αλλά και στο Δ, κυρίως 1291b 30 – 1292a 11, όπου εκθέτει τα είδη δημοκρατίας και παρακολουθώντας τους «εσωτερικούς εχθρούς της» παρουσιάζει τους εκφυλισμούς της,

 στη σ. 237 συναντάμε το προσφιλές στερεότυπο «όπως υπέδειξε ο Α. …δεν μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος – ή, όντας άνθρωπος δεν μπορεί να επιζήσει – ευρισκόμενος έξω από την ‘‘πόλη’’ּ μόνο οι θεοί και τα θηρία μπορούν να υπάρξουν εκτός της πόλης, πρόσθεσε» και επισημαίνουμε ότι ακριβέστερα οι σχετικές υποδείξεις του Α. έχουν ως εξής: « ο άνθρωπος είναι ένα ον προορισμένο από τη φύση να ζει σε πόληּ ο χωρίς πόλη άνθρωπος, δηλαδή ο εκ φύσεως χωρίς πόλη, όχι από τυχαία συγκυρία, είναι ον ανώτερης ή κατώτερης ποιότητας από τον άνθρωπο (: «φαύλος ή κρείττων ή άνθρωπος»: 1253a 2-4) και «ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ζει με άλλους σε κοινωνία, ο άνθρωπος που λόγω αυτάρκειας αισθάνεται ότι δεν του λείπει τίποτε, αυτός ο άνθρωπος δεν αποτελεί με κανένα τρόπο μέρος της πόλης, επομένως είναι ή άγριο ζώο ή θεός» (1253a 27 – 29).

 θαυμαστικό συμπάθειας σε καθεμιά από τις παραπάνω παραπομπές, καθώς ο υπομνηματισμός αποτέλεσε εργασία των μαθητών της υποφαινόμενης, που πραγματοποιήθηκε – παραδόξως – χάρη στην πανελλαδικώς εξεταστέα ύλη της Γ΄ Λυκείου και – όλως παραδόξως- παρά την πανελλαδική εξεταστική φρενίτιδα.

 θαυμαστικά ενθουσιασμού της αναγνώστριας όχι σε βιβλίο, αλλά σε εφημερίδα: στο περιθώριο της σελίδας 8 του ένθετου Τέχνες και Γράμματα της Καθημερινής της 7ης Απριλίου, πλάι στη φωτογραφία του Μ. Κουμανταρέα που συνοδεύει τη συνέντευξή του. Ο συγγραφέας – διαβάζω – υποδέχθηκε τη συντάκτρια Όλγα Σελλά «σ’ ένα καλόγουστο, περιποιημένο μεσοαστικό σαλόνι, με πολλά έργα ζωγραφικής, βιβλία και φωτογραφίες». Ανάμεσα στους τόμους, πάνω από τη Σαμία του Μενάνδρου και το Λεντς του Μπύχνερ π.χ., διακρίνω το Καταζητείται του Κώστα Σαμαρά, στην έκδοση του 1999, από το Οξύ, και αναφωνώ «είστε υπέροχος, κ. Κουμανταρέα!»

 αστερίσκος παραπομπής στη σ. 59 του εξαιρετικού βιβλιαρίου Ο Μιχαήλ Άγγελος στη Ρώμη, εκδ. Περισπωμένη, στην οποία διαβάζουμε σε αστραφτερή μετάφραση (πιστή στη στιχουργία «απιστεί» στη γλώσσα) του Κ. Κουτσουρέλη τους στίχους του Μικελάντζελο «Ζω με το θάνατό μου. Κι όμως, κρίνω, ζω ευτυχισμένος με τη δυστυχία. Όποιος δεν ξέρει τι θα πει αγωνία / κι αυτός στη φλόγα θα καεί όπου σβήνω», ανακαλούμε τα λόγια του Λεονάρντο ντα Βίντσι μεταφρασμένα από τον Αργύρη Χιόνη «Η φλόγα του κεριού πληρώνει τη λαιμαργία της. Τρώγοντας το κερί, τρώει τον εαυτό της» και επιβεβαιώνουμε – νομίζω – μεταξύ των άλλων πληροφοριών του Τζόρτζιο Βαζάρι (Τρεις καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μετ. Γ.- Ί. Μπαμπασάκης, εκδ. Ερατώ) και ότι «σφοδρά αντιπαθιόντουσαν» (σ. 74) οι δυο τους, maestri τόσο διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας: συγκρίνοντας τις λογοτεχνικές δοκιμές τους διαπιστώνει κανείς πώς η ίδια καλλιτεχνική αγωνία μπορεί να γίνεται χυμός που πικραίνει τα γραφτά του ενός και χυμός που γλυκαίνει τα γραφτά του άλλου, τους επιτηδευμένους λόγιους στίχους του εσωστρεφούς Μικελάντζελο και τους αυτοσχέδιους λαϊκούς, προορισμένους να διαβαστούν μπροστά σε καθρέφτη, του εξωστρεφούς Λεονάρντο.  Θυμόμαστε ακόμα πως όπως τώρα ο Κουτσουρέλης μάς γνωρίζει τον ποιητή Μικελάντζελο, έτσι πριν από τριάντα χρόνια, στο τεύχος 21 της λέξης, ο Α. Χιόνης είχε συστήσει στο ελληνικό κοινό το λογοτέχνη Λεονάρντο, δηλαδή τη Φανταστική Ζωολογία, τους Μύθους και τα Πειράγματα, που επηρέασαν και το δικό του έργο (μάλλον εμβολίασαν τον πρόσφορο κορμό του – εμφανέστερα η Ζωολογία) και κατά τα λοιπά προτιμούμε να θυμόμαστε ότι αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 70 χρόνια από τη γέννηση του Χιόνη κι ότι παλιά τεύχη της λέξης μπορούμε να εντοπίσουμε σε ψηφιακή μορφή στις σελίδες του Ε.ΚΕ.ΒΙ….

 

 Βιβή Λάζου


[1] Όπως διαβάζουμε στο Γ13, ανακαλώντας την οξύτατη μομφή του Διογένη «ο Αριστοτέλης τρώει όποτε το θεωρεί σωστό ο Φίλιππος, ο Διογένης όποτε το βρίσκει σωστό ο Διογένης» …

Μοίρασέ το:Share on Facebook6Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...