Μολυβιές στο περιθώριο VII


Μολυβιές στο περιθώριο VII

            ΑΑ ΟΟ

Μόλις άρχισα να ξεφυλλίζω την τελευταία συλλογή του Τάσου Πορφύρη τις έξοχες μέσα μας πληγές (εκδόσεις Ύψιλον, 2015), που κοσμείται με σχέδια της Πόπης Ζωίδη, ήρθε στο νου μου ένα από τα πολυτιμότερα βιβλία μου, το αναγνωστικό της Δ΄ Δημοτικού που είχε εικονογραφήσει ο Α. Τάσσος! Προσπαθώντας να εξηγήσω τη σύνδεση, ανέτρεξα αμέσως στην έκδοση εκείνη του 1978 του Ο.Ε.Δ.Β. κι ανέσυρα έναν ανήλικο κόσμο γεμάτο πρόθυμα Α για αντιγραφή κειμένων, απρόθυμα Ο για ορθογραφία αποσπασμάτων και διστακτικά ιχνογραφήματα σε κάθε recto των εικόνων. Την αντιγραφή και την ορθογραφία τις επέβαλλε ο δάσκαλος, για τις «ξεπατικωτούρες» με μάλωνε η μάνα μου.
Σημειώνω λοιπόν τώρα ένα Α στο άνω αριστερό κι ένα ακόμη Α στο κάτω δεξιό περιθώριο της «Σποράς», του πρώτου μέρους της ενότητας «Βουστροφηδόν Ι», κι αντιγράφω το ποίημα, αυτή τη φορά με την προθυμία του ενήλικα «γραμματιστή» που ισχυρίζεται πως έχει κατανοήσει την αξία της αντιγραφής ως μεθόδου αλφαβητισμού, όπως και της αποστήθισης ειδικά της Ποίησης ως μέσου της κλασικής παίδευσης: μαθαίνεις γράμματα και διδάσκεσαι από τα Γράμματά σου εσωτερικεύοντας το «μέλος» τους ώστε να γίνεις «εμμελής», ισόρροπος. Αντιγράφω το ποίημα αυτή τη φορά και με την προθυμία του ενήλικα «γραμματιζόμενου» που ισχυρίζεται πως έχει κατανοήσει την ακόλουθη διάκριση του Μπένγιαμιν μεταξύ αναγνώστη και αντιγραφέα:

«Η δύναμη ενός εξοχικού δρόμου διαφέρει, αν τον περπατάς με τα πόδια ή αν πετάς από πάνω με το αεροπλάνο. Έτσι διαφέρει και η δύναμη του κειμένου, αν το διαβάζεις ή το αντιγράφεις. Όποιος πετά βλέπει μόνο το πώς σέρνεται ο δρόμος μέσα στο τοπίο, γι’ αυτόν ακολουθεί τους ίδιους νόμους με το χώρο που τον περιβάλλει. Μόνον αυτός που περπατά συνειδητοποιεί τη δύναμή του, κι ότι αυτός ο ίδιος χώρος που για τον αεροπόρο δεν είναι παρά μια ξετυλιγμένη πεδιάδα, σε κάθε του στροφή κάνει να ξεπροβάλλουν μακρινοί ορίζοντες, όμορφες σκοπιές, ξέφωτα, προοπτικές, έτσι όπως το κάλεσμα του διοικητή βγάζει από την παράταξη τους στρατιώτες» Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μονόδρομος, εισαγωγή – μετάφραση Νέλλης Αγγελίδου, Άγρα 2004, σ. 43-4).

Γιατί όμως ειδικά τα βουστροφηδόν του Τ. Πορφύρη; Γιατί σ’ αυτά συναντάμε στην ωριμότερη στιγμή της τη γνώριμη τεχνική της ποιητικής του και στη σοφότερη την οικεία τέχνη της Ποίησής του. Αναφέρομαι αντίστοιχα στην ιδιαίτατη φόρμα του που θα χαρακτήριζα «ατελή διασκελισμό» και στην ιδιαίτερη ικανότητα εναρμόνισης μορφής και περιεχομένου.
Ως προς το πρώτο θα λέγαμε ότι αντί των ορθογώνιων στεγανών δίστιχων του τυπικού διασκελισμού, οι συνέχειες του Πορφύρη σχηματίζουν ελαστικές ελλειψοειδείς μονάδες δύο ή περισσότερων στίχων συν μια λέξη, που αναπνέουν ελεύθερα μέσα στο ποίημα χωρίς να διαταράσσουν τη ροή του, ενώ παράγουν πολλαπλές συνεκφορές και άρα πολλαπλάσιες συμφύρσεις και εντέλει φιλοτεχνούν πολλούς μικρούς πίνακες με εναλλασσόμενα μεταξύ τους μέρη εντός του ενός, του ποιήματος:
Τα δέντρα φύλακες ένα γύρω κρύβοντας / Τις φωλιές με νεοσσούς αετών σκέπη κι / Ελπίδα ο ουρανός η καρδιά να φλετουράει / Στο στήθος το μωρό ν’ αμπώχνει ανυπόμονο…
Ως προς το δεύτερο, θα σημείωνε κανείς ότι ποτέ άλλοτε το θέμα δεν ταυτίστηκε με τη μορφή κατά τρόπο τόσο απόλυτο στην Ποίηση του Πορφύρη: ο πανάρχαιος τρόπος γραφής (η βουστροφηδόν κατά το σχηματισμό που περιγράφηκε παραπάνω) εφαρμόζεται σε ποιήματα με θέμα τις πανάρχαιες γεωργικές εργασίες, μια από αιώνων κίνηση της Τέχνης αποδίδει την προαιώνια κίνηση της ζωής, έτσι που δε θυμάσαι πια τι προηγείται και τι έπεται στον πολιτισμό.
Να γιατί αντιγράφω ειδικότερα τη «Σπορά»: γιατί –όσο παράδοξο κι αν ηχεί- σ’ αυτό το ποίημα η βουστροφηδόν κίνηση του χεριού του ποιητή οργώνει το χαρτί και η κίνηση του χεριού του αντιγραφέα του τη γη που την περιγράφει, από το χώμα της («Το γυνί βαθιά» είναι η αρχή του πρώτου στίχου) στο σπόρο και τα δέντρα («Απ’ την ποδιά ρίχνοντας στη φρέσκια αυλακιά / τα δέντρα φύλακες …» διαβάζεις πιο κάτω) ως τα βουνά και τον ουρανό της («… Ήλιος και βροχή με το ουράνιο τόξο να / Στεφανώνει τα θεόρατα βουνά: /Πάπιγκο και Νεμέρτσικα» είναι το τέλος).
Και για έναν ακόμη λόγο αντιγράφω τη «Σπορά»: για το «μέλος» του σπάνιου δακτυλικού μέτρου «η μάνα χουφτώνοντας σπόρο». Σπανίζει – λέμε – ο δάκτυλος επειδή θεωρείται ότι γεννά αίσθημα μονότονου ρυθμού. Όταν όμως πρόκειται για την τελετουργική επανάληψη της χειρονομίας της σπορέως, ποιος λυρικός τρόπος είναι καταλληλότερος;
Σημειώνω επίσης Ο (ορθογραφία) στις ακριβές λέξεις «μανούσια», «μπάλλια», «στρόυρας», «γιόμα»… από το «Αλώνισμα» της ίδιας ενότητας, για να τις γράψω τώρα ορθές, αυτές κι όσες άλλες πλάγιασαν μέσα μου, κάποτε τραυματισμένες από την ανόητη ντροπή και τώρα αποκαμωμένες μαζί με τα πρόσωπα που τις πρόφεραν, τα χέρια που τις φρόντισαν και βασανίστηκαν απ’ αυτές … Παλιά «μέσα μου πληγή» για τους παππούδες και παλιό χρέος στο μακαρίτη το δάσκαλό μου Θεόφιλο Μάντζιο (ελαφρύ το χώμα): θυμήθηκα ότι στην Τετάρτη Τάξη ήταν που μας είχε βάλει γι’ αντιγραφή κι ορθογραφία την πρώτη στροφή από την Άνοιξη του Ιωάννου Βηλαρά (Η ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ άνοιξη / με τ’ άνθη στολισμένη, / ροδοστεφανωμένη, / τη γη γλυκοτηράει…) κι όταν μας ρώτησε τι σημαίνει «γλυκοτηράει» έκανα πως δεν ήξερα…
Διαβάστε τη συλλογή Οι μέσα μας πληγές, αναζητήστε το συγκεντρωτικό τόμο Νεμέρτσκα από τις Εκδόσεις των φίλων (2013) για να γνωρίσετε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λεγόμενης Δεύτερης Μεταπολεμικής Γενιάς. Από τους ανθολόγους της ο Πορφύρης καταχωρίζεται (αλφαβητικά) ανάμεσα στο Μάρκο Μέσκο και το Θανάση Τζούλη, μετά το Βύρωνα Λεοντάρη. Ειδικά σ’ αυτή την καταχώριση οι Μολυβιές θα επανέλθουν.

Μοίρασέ το:Share on Facebook36Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone