Μολυβιές στο περιθώριο ΧΙ

 

Αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο γραμματικό γένος – αρσενικό, θηλυκό φυσ. γένος, 2

 

«Η θεωρία της μετάφρασης προσπαθεί να βρει τύπους, νόμους, κανόνες του τι τελείται σ’ ένα κείμενο που μεταφέρεται από τη μια γλώσσα στην άλλη κι όχι του πώς μεταφράζεις. Γιατί κάτι τελείται, ανεξαρτήτως του μεταφραστή. Κι αυτό είναι καθαρά θέμα γλώσσας: πώς και τι παθαίνουν τα κείμενα από τη μια γλώσσα στην άλλη. Και παθαίνουν πολλά πράγματα. Μπαίνουν σ’ ένα εντελώς άλλο γραμματικό, φωνολογικό, συντακτικό σύμπαν, σε μιαν άλλη γλώσσα».

                                                                                         Άρης Μπερλής, 1944-2018

Κ. Π. Καβάφης, «Στο σπίτι της ψυχής»

Plus au fond, tout au fond, dans la Μaison de l’Ame,

Οù vont et viennent et s’ asseoient autour d’un feu,

 Les Passions avec leurs visages de femme. [1]

RΟDΕΝΒACΗ

  Μέσα στο Σπίτι της Ψυχής γυρίζουνε τα Πάθη —

ωραίες γυναίκες στα μεταξωτά

ντυμένες, και με σάπφειρους εις το κεφάλι.

Aπό την πόρτα του σπιτιού έως μέσα εις τα βάθη

ορίζουνε τες αίθουσες όλες. Στην πιο μεγάλη —

τες νύχτες που το αίμα των ζεστάθη —

χορεύουνε και πίνουνε με τα μαλλιά λυτά.

Έξω απ’ τες αίθουσες, χλωμές και κακοεντυμένες

με φορεσιές ενός παλιού καιρού,

οι Aρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε

την εορτή που κάμνουνε οι εταίρες μεθυσμένες.

Στων παραθύρων τα υαλιά τα πρόσωπα κολνούνε

και βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,

τα φώρα, τα διαμαντικά, και τ’ άνθη του χορού.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

            Στο κατά βάση «αρχαιογνωστικό» στο περιεχόμενο και συμβολιστικό στην ποιητική απόδοσή του ποίημα ο Καβάφης είτε παρασύρθηκε από το θηλυκό γένος της λέξης «πάθη» στα γαλλικά (‘‘la passion”) είτε επέλεξε να το υιοθετήσει για να προσδώσει στα πάθη αποκλειστικά τις ιδιότητες της Κακίας, καθώς στα ελληνικά τα ουδέτερα στο γένος «πάθη» είναι ουδετέρως τα συναισθήματα, ούτε τα ωραία ούτε τα άσχημα, αλλά όλες αδιακρίτως οι συγκινησιακές καταστάσεις της ψυχής.

Σ’ ένα πρώτο στρώμα αρχαιογνωσίας, βιοθεωρητικής, συναντάμε το γνωστό από τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντα μύθο «της εκλογής του Ηρακλή», που υποτίθεται ότι ο Σωκράτης παραδίδει όπως τον είχε ακούσει από το σοφιστή Πρόδικο: ανάμεσα στην Κακία, πολυτελή και ματαιόδοξη, που δεν οδηγεί παρά στον κόσμο της διαφθοράς, και την Αρετή, που μόνο μόχθο και αγώνα υπόσχεται, αλλά οδηγεί στο δρόμο της αληθινής ευδαιμονίας, ο Ηρακλής επιλέγει τη δεύτερη. Έτσι ο άνθρωπος που παρέδωσε ολόκληρο το σπίτι της ψυχής του στα έκλυτα πάθη του, είναι ένας άνθρωπος διεφθαρμένος.

Σ’ ένα δεύτερο ωστόσο στρώμα αρχαιογνωσίας, στην πλατωνική ιδεαλιστική μεταφυσική και ηθική, τα πάθη, οι επιθυμίες, το ‘‘αλόγιστον’’ ή ‘‘επιθυμητικόν’’, ενοικούν στο κατώτερο μέρος της ψυχής -σύμφωνα με την πλατωνική διαίρεσή της, που έχει διασώσει και υπαγορεύει ο Ρόντενμπαχ με το στίχο «όλο και βαθύτερα…»– και τιθασεύονται από το ‘‘θυμοειδές’’, την καρδιά, ενώ επιθυμίες και καρδιά υπακούν στο ανώτερο στοιχείο, το ‘‘νου’’.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται εντονότερο το δραματικό στοιχείο του ποιήματος: η απόλυτη κυριαρχία των κατώτερων στοιχείων της ψυχής και ο αποκλεισμός από αυτή των υψηλότερων στοιχείων της βιώνονται ως ηθική ήττα, καθώς οι Αρετές αδυνατώντας να τιθασεύσουν τα Πάθη, βλέπουν (αντί να δρουν), σιωπούν (αντί να «λέγουν», ως ηθικές,) και συλλογίζονται (αντί να εκλογικεύουν, ως διανοητικές) το θρίαμβο των Παθών, τον πλαστό κόσμο της ματαιοδοξίας και της κενότητας («τα φώρα, τα διαμαντικά, και τ’ άνθη του χορού»).

Στη δραματική ατμόσφαιρα συμβάλλουν, εκτός από το θεμελιώδες σύμβολο, οι προσωποποιήσεις και οι εικόνες των δύο στροφών, που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση. Αυτή δε η αντίθεση υπογραμμίζεται από τα επιρρήματα «μέσα» και «έξω», με τα οποία εισάγονται οι στροφές:

στην πρώτη, οι Επιθυμίες (ας υιοθετήσουμε το θηλυκό ελληνικό αντίστοιχο ή σας σημειώσουμε το σύμβολο του θηλυκού στο περιθώριο), αντί να περιορίζονται στο κατώτερο μέρος του Οίκου, τον καταλαμβάνουν ολόκληρο και το θράσος τους τις οδηγεί στο κύριο μέρος του, όπου επιδίδονται στις ακολασίες τους (έχουμε κλίμακα προς μείζονα στη δραματική ένταση). Στη δεύτερη, οι Αρετές περιορίζονται στη θέα της νίκης των Επιθυμιών κι ενώ οι τόνοι κατεβαίνουν προς τη θλίψη (προς ελάσσονα), στο τέλος κυριαρχεί και πάλι η εικόνα των θεώμενων Επιθυμιών, σε σχήμα κύκλου, που αφήνει το κύριο στίγμα: αυτός είναι ο κόσμος μιας ψυχής παραδομένης στις επιθυμίες της, αυτές τις απαίσιες εταίρες. Ανάμεσα όμως στις δύο κύριες εικόνες, τα παράθυρα, που θα μπορούσε να είναι το κατά Πλάτωνα όριο μεταξύ του κόσμου των αισθήσεων και του κόσμου της νόησης, τα μάτια της ψυχής, που υιοθέτησαν οι συμβολιστές και μετέτρεψαν σε ποιητικό μοτίβο[2]. Στα ‘‘υαλιά’’ τους ‘‘κολνούν’’ τα πρόσωπά τους οι Αρετές, από αυτά βλέπουν, μπορούν να βλέπουν, κι αυτό δεν είναι μια ελπίδα, αλλά η ίδια η απελπισία στο ποίημα του Καβάφη.

Η απουσία πρώτου προσώπου καθιστά το ποίημα – σε μια πρώτη ανάγνωση- σπουδή στη διαφθαρμένη ανθρώπινη ψυχή, την οποία ανατέμνει οι ποιητής. Καθώς όμως ανήκει στα «κρυμμένα» ποιήματα του Κ., αναρωτιόμαστε μήπως ο ποιητής μάς κρύβει και κάτι ακόμα, αυτή τη φορά από το ίδιο το ποίημα: πως επέτρεψε ο ίδιος να συμβεί κάτι τέτοιο στην ψυχή του ή το αντίθετο, δηλαδή, πως όσο κι αν θεωρείται διαφθορά ο δικός του ερωτισμός, ο ίδιος άφησε την ψυχή του ανόθευτη από (θήλεα) πάθη.

Η Ιλίνσκαγια[3] σημειώνει:

«Τους ίδιους τόνους ψυχικής αποκάλυψης (εννοεί με τα «Κεριά») θ’ ακούσουμε και σε μερικά άλλα ποιήματά του της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αι. Τα ξεχωρίζει από τ’ άλλα ο λυρικός χαρακτήρας της ποιητικής στάσης, στραμμένης στον εσωτερικό κόσμο, απορροφημένης από την ατομική μοίρα. Εδώ η επίδραση των συμβολιστών είναι πιο εμφανής… Επίγραμμα σ’ ένα από τα ποιήματα αυτά («στο σπίτι…», 1894) βάζει τους στίχους του R., από τον οποίο δανείζεται και τον τίτλο για ένα άλλο ποίημα, «La Jeunesse Blanche”, 1895).

»Στο πρώτο («στο σπίτι…») η νοσταλγική έλξη του ιδανικού εμφανίζεται με τη μορφή αποδιωγμένων από το Σπίτι της Ψυχής Αρετών (αυτές, σύμφωνα με το πνεύμα της ρομαντικής δυάδας, τις αντιπαραθέτει στα Πάθη που εξουσιάζουν το σπίτι)….

 

 

[1] «Όλο και βαθύτερα, εντελώς στο βάθος του Οίκου της Ψυχής,

   εκεί που πάνε κι έρχονται και κάθονται γύρω από μια φωτιά,

   Τα Πάθη με τα γυναικεία πρόσωπά τους».

[2] Για τη ζωή και το έργο του Ρόντενμπαχ, όπως και για τη σχέση του με το ρεύμα και τους εκπροσώπους του συμβολισμού, άκρως κατατοπιστικά τα στοιχεία της εισαγωγής και των σχολίων της έκδοσης του μυθιστορήματός του «Μπρυζ, η νεκρή», μτφρ. Ιωάννας Αβραμίδου, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2017.

[3] Σόνια Ιλίνσκαγια, Κ.Π. Καβάφης, Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ου αι., Κέδρος, 1983

Μοίρασέ το:Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...