Μολυβιές στο περιθώριο ΧΙΙ

«Μεταθεατρικά»

    «Απροσαντιγόνεια», κατά το «απροσδιόνυσα»: θα μπορούσε να είναι ένας χαρακτηρισμός των δραμάτων που διατηρούν ελάχιστη σχέση με το «μύθο» της τραγωδίας του Σοφοκλή και από την πολύεδρη «διάνοια» ή το πολυδιάστατο «ήθος» της επιλέγουν ένα μέρος, λιγότερο ή περισσότερο οξειδωμένο από τις μεταγενέστερες προσλήψεις του έργου. Καταλήγει έτσι ευχάριστη έκπληξη ο εντοπισμός σ’ αυτά στοιχείων που φανερώνουν ευθεία αναμέτρησή τους με το μνημείο.

Συμβαίνει κάτι τέτοιο σε δύο κείμενα της πρόσφατης παραγωγής, από αυτά που θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια συμπλήρωση των Αντιγονών του Στάινερ: στην «Εποχή του ψύχους, συζητήσεις με την Αντιγόνη» του Ρομπέρτο Γκαρσία ντε Μέσα (δίγλωσση έκδοση από τη Bibliotheque, μετάφραση στα ελληνικά του Κ. Παλαιολόγου) και στα «Ίχνη της Αντιγόνης» της Χριστίνας Ουζουνίδου (μετάφραση από τα σουηδικά της Μ. Μέλμπεργκ, εκδόσεις Περισπωμένη).

Στο πρώτο – επικαιρικά πολιτικό, κατά βάση- διακρίνει κανείς γνώση του μεταφυσικού υποστρώματος του στίχου 88 («έχεις θερμή καρδιά για πράγματα ψυχρά»), που ο ντε Μέσα αναπτύσσει συνδιαλεγόμενος με τον πλατωνικό ιδεαλισμό και δυισμό με τρόπο που υπηρετεί και τη δική του στόχευση, όταν είναι να ορίσει τη θέση του στο κοινωνικό θέατρο. Μπορεί λοιπόν ο αναγνώστης να σημειώσει το στίχο του Σοφοκλή «Θερμὴν ἐπὶ ψυχροῖσι καρδίαν ἔχεις» στη σελίδα 25 του έργου του Ισπανού καλλιτέχνη ή και ως προμετωπίδα του, εφόσον η εξεγερτική Αντιγόνη του είναι η ίδια η «θερμή και βάναυση» ιδέα που προτείνει σε μια εποχή που «κάνει πολύ κρύο, αλλά όχι περισσότερο από όσο μέσα στην καρδιά των ανθρώπων».

Στο δεύτερο – επικαιρικά κοινωνικό, κατά βάση- διακρίνει κανείς γνώση του ηθικού ερωτήματος του στίχου 460 («πως θα πεθάνω το ’ξερα, πώς όχι;»), που η Ουζουνίδου συντηρεί ως διερώτηση πάνω στη σχέση επίγνωσης του επικείμενου θανάτου και ευθύνης γι’ αυτόν αποφεύγοντας εύκολες απαντήσεις, παρά την αποφασιστικότητά της να προτείνει τη φεμινιστική Αντιγόνη της ως σκηνική πραγματεία των κοινωνικών δομών, αποφασιστικότητα που ενισχύει η ενσωμάτωση στο κείμενο αποσπασμάτων του σχετικού δοκιμιακού λόγου. Μπορεί λοιπόν ο αναγνώστης να σημειώσει το στίχο του Σοφοκλή «θανουμένη γὰρ ἐξῄδη, τί δ᾽ οὔ;» στη σελίδα 127 του έργου της ελληνοσουηδέζας συγγραφέα ή και ως προμετωπίδα του πάλι, εφόσον τα «ίχνη» της Αντιγόνης της είναι σημεία της αβέβαιης πορείας της ηρωίδας μεταξύ ζωντανών και νεκρών.

Ο αναγνώστης ή θεατής των σύγχρονών μας μεταποιήσεων της Αντιγόνης, είναι δυνατό να αναρωτηθεί με τη σειρά του πόσες «Αντιγόνες» θα είχαμε αν είχαν σωθεί και τα άλλα δύο έργα της τριλογίας που είχε διδάξει ο Σοφοκλής. Στο τολμηρό μεταθέατρο πάντως θα μπορούσε να πιστώσει τη παρακινδυνευμένη διερώτησή του αν η σωζόμενη ήταν το πρώτο, το δεύτερο ή το τρίτο από τα έργα εκείνα. Μήπως ήταν η πρώτη, μια Αντιγόνη «στάσα», με δεύτερη μια «μεταστάσα» και τρίτη μια «αναστάσα», σοφόκλειες μεταποιήσεις της ηρωίδας των «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου;

 

Μοίρασέ το:Share on Facebook1Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...