Μολυβιές στο περιθώριο ΙΙΙ

                                            Μολυβιές στο περιθώριο

                                                             ΙΙΙ

             Ιχνογραφία του Σωκράτη στη σ. 65 της συλλογής του Γιάννη Βαρβέρη Ζώα στα σύννεφα (εκδ. Κέδρος), που βρέθηκε στα κατάλοιπά του έτοιμη προς έκδοση:

«Απ’ το πρωί δικάζουνε / την κουκουβάγια˙ / λέει λόγια πονηρά / κι ακατανόητα / επηρεάζει με καινοφανείς θεωρίες / τα νέα πουλιά / αναχαιτίζει πάσα διάθεση για πτήση. // Περί το μεσημέρι / βγήκε η απόφαση. / Για λίγο / κάτι νεφέλες υποκλίθηκαν / στον ουρανό.»

Αν γλαύκα είναι ο Σωκράτης, τότε ποιον καταδικάζει η Αθήνα, αν όχι την ίδια τη σοφία της; Σε ποια ερμηνεία της σχέσης των δύο όρων οφείλουμε την αντιμετάθεση; Κι αν οι Νεφέλες τιμούν ασφαλώς το δάσκαλο, πώς είναι δυνατό οι Αθηναίοι να είναι Όρνιθες;Σε ποια ερμηνεία του δεύτερου έργου του Αριστοφάνη οφείλουμε τη μεταβίβαση; Μήπως αυτά (και άλλα) συμβαίνουν επειδή τα ζωντανά του Βαρβέρη έχουν υψωθεί στα σύννεφα; Μήπως δηλαδή τα  πλάσματα που παριστάνονται είναι σχήματα ανθρώπινων ψυχών οι οποίες εξέπεσαν στη δεύτερη γέννησή τους σε γυναικεία φύση και στις μετέπειτα γεννήσεις τους σε «θηρία»; Διότι δίκην υδατογραφήματος διακρίνονται βέβαια στη σελίδα αυτή οι Απολογίες του Σωκράτη και οι κωμωδίες που αναφέρθηκαν, όμως η συλλογή μοιάζει μάλλον σχόλιο του Τίμαιου του Πλάτωνα («… αν δε σταματήσει να κάνει κακό, θα μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με το είδος της κακίας του σε αντίστοιχο θηρίο…», 42c), παρότι διασώζει κύρια στοιχεία της παράδοσης της λογοτεχνικής ζωολογίας, της αλληγορικής παρά της φανταστικής.

            Οι λάτρεις της ποίησης του Βαρβέρη έχουν λοιπόν την ευκαιρία να απολαύσουν τους γνώριμους τρόπους και τόπους  της, μόνο που η «ακραία διάθεση, η οποία μπορεί να φτάσει ως την αναλγησία, ή ακόμη και ως τη μισανθρωπία», ή η «μοχθηρία», που είχε επισημάνει κάποτε ο Γιώργος Μαρκόπουλος στην Εκδρομή στην άλλη γλώσσα, γίνονται – νομίζουμε – εδώ βλέμμα τόσο τρυφερό όσο η αγνή ζωοφιλία και τόσο σκληρό όσο η αθώα φιλανθρωπία.

 

            Ιχνογραφία ΙΙ του Σωκράτη στη σ. 15 της τελευταίας συλλογής του Κυριάκου Χαραλαμπίδη Στη γλώσσα της υφαντικής (εκδ. Μεταίχμιο), στην οποία διαβάζουμε το ποίημα «Θα πάω στον Ασκληπιό μ’ ένα κοκόρι»:

«Χάριν της ευτυχούς χρήσης της γλώσσας / θα πάω στον Ασκληπιό μ’ ένα κοκόρι / και θα του πω για τον καλό σκοπό μου. / Εκείνος με ιερείς – θεραπευτές / γνωρίζει νόμους και φαινόμενα της ζωής, γνωρίζει και την πρόβλεψη της ιστορίας / και βάνει κατάχαμα, / τη γλώσσα μου ν’ αρμόσει στα όνειρά μου.// Ο φόβος μου μην τύχει κι αποτύχω / τον εγκρατεί˙ κατέχει την αξία / του καθαρμού των ενυπνίων, μετέχει / το κατά δύναμιν, εξ όσων ξέρω, / στη θεωρία του λόγου˙ με ακουμπά.»

            Το υδατογράφημα που διακρίνουμε εδώ είναι ο Φαίδων του Πλάτωνα: στις τελευταίες του στιγμές, ο Σωκράτης απευθύνεται στον Κρίτωνα λέγοντας «τω Ασκληπιώ οφείλομεν αλεκτρυώνα˙ αλλά απόδοτε και μην αμελήσετε» (118). Πρόσφερε κανείς κόκορα στον Ασκληπιό για την απαλλαγή από την ασθένειά του, αν όμως ασθένεια της ψυχής είναι το σώμα, τότε η απαλλαγή της από αυτό (ο θάνατος) είναι θεραπεία, «χάριν της ευτυχούς χρήσης της γλώσσας».

            Πρόκειται για ένα ελάχιστο δείγμα του κλάδου των «αρχαιόθεμων»[1] (μυθολογικών και ιστορικών) ποιημάτων της συλλογής (δε λείπουν τα αναφερόμενα σε στιγμιότυπα και φυσιογνωμίες της νεότερης ιστορίας και τα συνταρακτικά «κυπριακά»). Σ’ αυτά δεν εντυπωσιάζει μόνο το εύρος της γνώσης της ύλης, αλλά και το βάθος στο οποίο ο ίδιος ο αναγνώστης μπορεί να  εισχωρεί σ’ αυτή χάρις (αυτή τη φορά) στην ευτυχή χρήση της γλώσσας, χάρη δηλ. στην εμπνευσμένη επιλογή του δραστικότερου κάθε φορά γλωσσικού οργάνου, αλλά και στην αριστοτεχνική αξιοποίηση και εναλλαγή αφηγηματικών τρόπων (διήγησης και μίμησης) και φωνών που αναζητείς κάθε φορά να ταυτίσεις με πρόσωπα. Είναι αυτό ένα επίτευγμα της υψηλής τέχνης του Χαραλαμπίδη, που λάμπει σ’ όλα τα έργα του, κυρίως όμως – νομίζουμε- στη Μεθιστορία (Άγρα 1995): σ’ ένα από τα γοητευτικά «βυζαντινόθεμα» του βιβλίου παρακολουθεί λ.χ. κανείς το «στρατηγό Καβάφη» να δρα ως πρωταγωνιστής («Τον Ιούλιο του 1261»). Αναρωτιέται όμως τότε και κάτι ακόμα: ιστορικός ποιητής είναι αυτός που ιστορεί, που ιστορείται ή που ποιεί την Ιστορίαν; Ο Χαραλαμπίδης θα υιοθετούσε ίσως το τελευταίο σκέλος: η ευθύνη που εννοεί να αναλαμβάνει ο ιστορικός ποιητής μοιάζει δύναμη που ασκείται πάνω του και τον ωθεί εντός της ύλης του της ιστορικής.

                                                                                                            Βιβή Λάζου


[1] Βλ. τις σχετικές υποθέσεις εργασίας που πρότεινε ο Ευριπίδης Γαραντούδης πρόσφατα, στο τεύχος 10 της Ποιητικής.

Μοίρασέ το:Share on Facebook6Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...