Αλέξανδρος Δεληγιαννίδης: δεν θέλω να είμαι μπασίστας, αλλά μουσικός

alex deligiannidisΓράφει η Αναστασία Τσιότσκα

Τους Electric Litany είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον Απρίλη του 2011 όταν για καλή μας τύχη επισκέφθηκαν τη μικρή μας πόλη στα πλαίσια της ανοιξιάτικης περιοδείας τους για την προώθηση του πρώτου τους άλμπουμ «How To Be A Child & Win The War» (Inner Ear Records, 2010). Η αλήθεια είναι ότι μέχρι το βράδυ της τότε εμφάνισής τους στον Πολυχώρο Αγορά, αγνοούσα την ύπαρξή τους και φυσικά δεν είχα ιδέα για το τι με περίμενε.

Η προσέλευση του κοινού ήταν αρκετά περιορισμένη, γεγονός που εκ των υστέρων αποδίδω σε ανεπάρκεια της διαφημιστικής προβολής, κάτι που τα μέλη της μπάντας αγνόησαν… επαγγελματικά (εντελώς όμως!) και παρουσίασαν μια παράσταση υψηλής τέχνης και αισθητικής, άψογα εκτελεσμένη, με έντονα μυστηριακό χαρακτήρα. Η αιθέρια μουσική τους, ερμηνευμένη από τέσσερις φιγούρες κατεξοχήν θεατρικές, που προκαλούσαν ρίγη συγκίνησης στους θεατές, παρότι έμειναν σχεδόν ακίνητες επί σκηνής, έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένη στο μυαλό μας, σχεδόν μας στοίχειωσε. Αποχωρώντας από το χώρο που φιλοξένησε το gig, έριξα μια τελευταία ματιά στα μέλη της μπάντας, ενώ με δυσκολία κατέπνιξα τη ζωηρή επιθυμία μου να πάω να τους συγχαρώ, μάλλον από φόβο μήπως διαλυθεί- για κάποιο ακατανόητο λόγο σε μένα ακόμη και σήμερα – η μαγεία της στιγμής.

Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν γύρισα σπίτι ήταν να αναζητήσω τη σελίδα τους στο facebook. Από αυτή οδηγήθηκα στον Αλέξανδρο Δεληγιαννίδη, αναμφίβολα την πιο ροκ φυσιογνωμία της μπάντας, αυτή ήταν τουλάχιστον η πρώτη, φευγαλέα εντύπωση από το βράδυ της «μοιραίας» παράστασης. Η διαδικτυακή μου φιλία μαζί του από τότε και μέχρι σήμερα δεν παύει να με εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς διαρκώς μου αποκαλύπτεται μια άκρως ενδιαφέρουσα και γοητευτική προσωπικότητα που βρίθει από ευαισθησίες, δημιουργικό θυμό, απύθμενο χιούμορ, ευγένεια, διαύγεια σκέψης και πολλά ταλέντα, που ευτυχώς για εμάς τους θαυμαστές του, μοιράζεται στο προφίλ του –με φειδώ είναι η αλήθεια- κάνοντας πιο όμορφες τις ζωές μας εντός κι εκτός του μέσου κοινωνικής δικτύωσης.

Με αφορμή την πολύ πρόσφατη κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ τους «Enduring Days You Will Overcome» (Inner Ear Records, Φεβρουάριος 2014) του ζήτησα να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις αναφορικά με τον ίδιο και τους Electric Litany. Παρά τον περιορισμένο του χρόνο δέχτηκε και τις πολύ όμορφες απαντήσεις του παραθέτω ακολούθως. Μουσικοφιλική συμβουλή: μην παραλείψετε διαβάζοντάς τες να ακούτε παράλληλα τα κομμάτια του άλμπουμ από το band camp της Inner Ear Records (http://innerear.bandcamp.com/album/enduring-days-you-will-overcome). Η δημιουργία μιλάει για το δημιουργό της πολύ πιο εύγλωττα από ό, τι μιλάει για τη δημιουργία του ο δημιουργός…

Το κλασσικό «κανένας δεν ήθελε να παίξει μπάσο στην πρώτη εφηβική μπάντα…» δεν ισχύει στην περίπτωση μου.  Αντιθέτως πρώτος εγώ διάλεξα το μπάσο σε αυτή την εφηβική μπάντα. Η μπάντα έμεινε μόνο στα λόγια αλλά εμένα μου έμεινε το μπάσο. Ο Pastorius ήλθε κάνα δυο χρονιά μετά. Νωρίτερα θυμάμαι το πόσο εντυπωσιακή μου φαίνονταν η φιγούρα του Steve Harris των Maiden, ο John Paul Jones, ο Jack Bruce, ο Geddy Lee, ο Mike Porcaro… αργότερα ο Jaco, o Jamerson, ο Gary Willis αλλά και οι Γιώργος Ζηκογιάννης, Γιώτης Κιουρτσόγλου. Στάθηκα και τυχερός να έχω πολύ καλό πρώτο δάσκαλο. Τον θυμάμαι να μου λέει «δεν θα σου μάθω μπάσο, θα προσπαθήσω να σου μάθω μουσική».

Ερ.: Με μια πρόχειρη έρευνα στο world wide web διάβασα ότι γεννήθηκες στην Καβάλα, ξεκίνησες να παίζεις ηλεκτρικό μπάσο στα δεκατέσσερά σου, οπότε κι έφτιαξες την πρώτη σου μπάντα, ροκ φυσικά. Το 1999 μετακόμισες στη Θεσσαλονίκη προς αναζήτηση νέων μουσικών εμπειριών, έπαιξες στα μεγαλύτερα clubs της Β. Ελλάδας και σε φεστιβάλ στα Βαλκάνια. Το 2003 μετακόμισες στο Λονδίνο για να σπουδάσεις στο London’s College of Music (Bass tech) όπου έχεις παίξει με πολλούς μουσικούς σε διάφορα clubs ανά την Μεγάλη Βρετανία, έχεις ηχογραφήσει και κάνει παραγωγές, έχεις συνθέσει μουσική για ταινίες και παρέδιδες ιδιαίτερα μαθήματα μπάσου. Αυτά μέχρι το 2009 οπότε και χρονολογείται η ανάρτηση που περιέχει το σύντομο βιογραφικό σου. Από το 2009 έως σήμερα τι;

Απ.: Ε, πάνω-κάτω συνεχίζεται το ίδιο βιολί. Πηγαίνω πέρα-δώθε με την μουσική και για την μουσική.

Ερ.: Γιατί μπάσο; Ήταν η γνωριμία σου με τον John Francis Anthony ή κάτι άλλο που καθόρισε αυτή σου την επιλογή; Αν όχι μπάσο, τι;

Απ.: Το κλασσικό «κανένας δεν ήθελε να παίξει μπάσο στην πρώτη εφηβική μπάντα…» δεν ισχύει στην περίπτωση μου.  Αντιθέτως πρώτος εγώ διάλεξα το μπάσο σε αυτή την εφηβική μπάντα. Η μπάντα έμεινε μόνο στα λόγια αλλά εμένα μου έμεινε το μπάσο. Ο Pastorius ήλθε κάνα δυο χρονιά μετά. Νωρίτερα θυμάμαι το πόσο εντυπωσιακή μου φαίνονταν η φιγούρα του Steve Harris των Maiden, ο John Paul Jones, ο Jack Bruce, ο Geddy Lee, ο Mike Porcaro… αργότερα ο Jaco, o Jamerson, ο Gary Willis αλλά και οι Γιώργος Ζηκογιαννης, Γιώτης Κιουρτσόγλου. Στάθηκα και τυχερός να έχω πολύ καλό πρώτο δάσκαλο. Τον θυμάμαι να μου λέει «δεν θα σου μάθω μπάσο, θα προσπαθήσω να σου μάθω μουσική».

 Αν όχι μπάσο, τι; Μουσική. Πλέον δεν είναι μόνο μπάσο, στην πορεία ασχολήθηκα και με άλλα όργανα, κυρίως για να αποκτήσω μια πιο ολοκληρωμένη άποψη . Δεν είσαι μάγειρας αν μαγειρεύεις μόνο μακαρόνια ή μόνο κρέας.  Ευτυχώς κατάλαβα νωρίς ότι δεν θέλω να είμαι μπασίστας, αλλά μουσικός. Επικοινωνείς καλύτερα π.χ. με έναν Τούρκο αν ξέρεις λίγα τούρκικα, το ίδιο και με ένα πιανίστα αν ξέρεις λίγο πιάνο. Από την άλλη βοηθάει στο να γράψεις μουσική το να ξέρεις λίγο παραπάνω από δυο ακόρντα στην κιθάρα ή το ποια είναι η έκταση π.χ. μιας τρομπέτας. Το μπάσο απλά είναι το όργανο που έχω αφιερώσει τον περισσότερο χρόνο όποτε είμαι και τεχνικά πιο καταρτισμένος ή με άλλα λόγια το όργανο που μπορώ να βγάλω και κάνα φράγκο παίζοντάς το. 

Ερ.: Αν σου ζητούσα να μοιραστείς μαζί μας μια όμορφη ανάμνηση από τη ζωή σου στο Λονδίνο, αυτή θα σχετιζόταν με κάποιο μέρος, κάποιο/α πρόσωπο/α ή μια συγκεκριμένη εμπειρία;

Απ.: Θα μπορούσε να σχετίζεται με όλα τα παραπάνω. Επιγραμματικά αυτά που μου έχουν μείνει πιο έντονα είναι το ότι έπαιξα (η τουλάχιστον προσπάθησα) πολλά στυλ μουσικής με πάρα πολλούς μουσικούς από διαφορετικά μπακγκράουντ, διαφορετικές χώρες, αντιλήψεις κτλ.

Οι διαφορετικές και πολλές φορές περίεργες δουλείες που έκανα, εκτός μουσικής, για τα προς το ζην.

Οι διαφορετικές τοποθεσίες που εξυπηρέτησαν την ανάγκη στέγασης και πολλές φορές δεν είχαν καμιά σχέση με αυτό που κάποιος θα ονόμαζε σπίτι, διαμέρισμα κτλ.

Φυσιολογικά πράγματα δηλαδή, απλά ποικιλιακά νιώθω ότι δεν θα είχαν αντίστοιχο εύρος αν π.χ. είχα μείνει στην Ελλάδα.  

Ερ.: Ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικά μουσικά σου εγχειρήματα και τις ενδιαφέρουσες συνεργασίες σου την περίοδο που ζούσες μόνιμα στο Λονδίνο και που μπορεί κάποιος να απολαύσει στο διαδίκτυο, ξεχώρισα την υπέροχη δουλειά σας με τους Anosis (https://myspace.com/anosisband) ένα μουσικό τρίο τζαζ και έθνικ αυτοσχεδιασμών, αν το περιγράφω σωστά. Διαπίστωσα με λύπη ότι η συνεργασία σας τερματίστηκε μάλλον πρόωρα και αναρωτιέμαι εάν υπάρχει στο μυαλό σου η σκέψη να επαναληφθεί το εγχείρημα στο μέλλον με το ίδιο ή με κάποιο άλλο σχήμα.

 Απ.: Το συγκεκριμένο project το είχαμε στήσει με δυο φίλους, που συνεργαζόμασταν και σε διάφορα άλλα σχήματα, μόνο και μόνο γιατί μας πρόσφεραν χρόνο σε ένα καλά εξοπλισμένο στούντιο ηχογραφήσεων. Η ιδέα ήταν να βοηθήσουμε έναν τύπο που σπούδαζε ηχοληψία στο να κάνει την πτυχιακή του και θα μας έμενε εμάς το προϊόν της ηχογράφησης. Τελικά το αποτέλεσμα μας άρεσε και έτσι το συνεχίσαμε. Κάναμε μερικά live, κάνα-δυο καλά support σε τζαζ ονόματα και κάπου εκεί σταμάτησε κιόλας. Πιστεύαμε ότι είχε μια κάποια προοπτική αλλά μάλλον δεν το πιστεύαμε και τόσο πολύ. Ωραία ήταν όσο κράτησε, για το μέλλον βλέπουμε.      

Ερ.: Electric Litany. Πώς προέκυψε η συμμετοχή σου στη μπάντα; Αλέξανδρος Μιάρης (φωνή, κιθάρα, πιάνο, τσέλο, synths), Richard Simic (ντραμς, κρουστά), Benjamin Prince (synths)είναι οι άλλοι τρεις της παρέας. Τι θαυμάζεις περισσότερο στον καθένα; Πώς πορεύεστε οι τέσσερίς σας τόσο καλλιτεχνικά όσο και ανθρώπινα;

Απ.: Με τον Μίαρη μας γνώρισε ένας κοινός φίλος στον Λονδίνο. Ξεκινήσαμε να κάνουμε παρέα λίγους μήνες πριν μπω στην μπάντα. Όταν έφυγε ο Duane (το καλοκαίρι του ’10 αν θυμάμαι καλά) είχαν είδη κανονισμένα ένα Live στο Gagarin και ένα festival στην Πάτρα με τους Archive, εκεί μπήκα εγώ και έμεινα. 

Στους άλλους τρεις θαυμάζω κυρίως τα μαλλιά τους.

Πορευόμαστε άλλες φορές τρέχοντας και άλλες κουτσαίνοντας τόσο καλλιτεχνικά όσο και ανθρώπινα.

Ερ.: Μια συνηθισμένη περιγραφή των παραστάσεών σας είναι ότι πρόκειται περί μυσταγωγίας. Τι νομίζεις ότι κάνει εκστατικούς τους θεατές/ακροατές σας και πώς βιώνεις/βιώνετε αυτή τη μυστηριακή εμπειρία επάνω στη σκηνή;

Απ.: Θέλω να πιστεύω η μουσική η ίδια και ο τρόπος που την εκτελούμε. Θέλει δουλειά για να ακούγεται μια μπάντα δεμένη στα live, και προσωπική και ομαδική. Μπορεί να φαινόμαστε σαν μια τετραμελής μπάντα αλλά στην ουσία ήμαστε έξι. Έχουμε τους Γιώργο και Τάσο Μπότη στον ήχο και στα live είναι το ίδιο σημαντικοί με εμάς τους τέσσερις. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο μαγικό φίλτρο σε αυτό. Μαντζούνια υπάρχουν πολλά αλλά αυτά βοηθάνε συνήθως στην σύνθεση της μουσικής και όχι τόσο στην εκτέλεση της. Στη σκηνή επάνω στην μέχρι τώρα εμπειρία μας (και αφού φυσικά έχει γίνει η απαιτούμενη προετοιμασία) ο πιο πιθανός λόγος, που θα μας κάνει να μην το βιώσουμε όπως θα θέλαμε, είναι ο κακός ήχος. Δίνουμε πολύ μεγάλη βάση στην ποιότητα των ήχων που συνθέτουν τα τραγούδια μας και αυτό σίγουρα παίζει σημαντικό ρόλο στην ατμοσφαίρα που αυτά δημιουργούν. Ευτυχώς, όπως προανέφερα, έχουμε καλούς ηχολήπτες και οι φορές που ο ήχος λειτουργεί αρνητικά είναι πολύ περιορισμένες και σχεδόν πάντα έχει να κάνει με οργανωτικές αμέλειες. Για αυτό όταν μας καλείτε για live φροντίζετε να καλύπτετε τις ηχητικές μας απαιτήσεις όσο το δυνατόν πιο πιστά, ούτως ή άλλως είναι και οι μοναδικές «απαιτήσεις» πού έχουμε.     

Ερ.: Το δεύτερο άλμπουμ σας με τίτλο “Enduring Days You Will Overcome”  κυκλοφόρησε στη χώρα μας τον περασμένο Φεβρουάριο από την Inner Ear Records και στην υπόλοιπη Ευρώπη μέσω της Rough Trade Distribution σε cd, βινύλιο και digital album και αναφορικά με αυτό θέλω να μάθω αν τελικά συνεργαστήκατε με τον Alan Parsons και πώς ακριβώς;

Απ.: Η αρχική πρόταση του Alan Parsons ήταν να γίνει η ηχογράφηση στο L.A. με παραγωγό τον ίδιο. Φυσικά το κόστος για κάτι τέτοιο ήταν τελείως απαγορευτικό. Προσπάθησε ο καθένας από την πλευρά του να βρει τρόπους. Τελικά έγινε μέσω internet με την βοήθεια συγκεκριμένου software. Πρόσφατα δημοσιεύτηκε ένα άρθρο στο BBC για την συνεργασία αυτήν με περισσότερες λεπτομέρειες για τον τρόπο.  Τελικά από κοντά βρεθήκαμε όταν μας κάλεσε να κάνουμε support σε τέσσερις συναυλίες από την Ευρωπαϊκή του περιοδεία. Καταπληκτικός τύπος, και αυτός αλλά και όλη του η ομάδα. Περάσαμε πολύ καλά και μας έμειναν όμορφες αναμνήσεις. Με τον Alan κρατάμε επαφή και γίνονται συζητήσεις για περαιτέρω συνεργασία στο μέλλον.

– Σχετικοί Σύνδεσμοι:

 https://www.facebook.com/ElectricLitany

 http://www.electriclitany.com/

 http://www.inner-ear.gr/

 http://www.bbc.co.uk/news/business-26256502


Σημ.: τη φωτογραφία του Αλέξανδρου δανείστηκα από τη σελίδα των Electric Litany στο facebook.

 

 

Μοίρασέ το:Share on Facebook28Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...