Έρημο σπίτι

Με το άκουσμα του διορισμού τρελαθήκαμε από χαρά. Ξεσηκώσαμε το μικρό μας δυάρι στον αέρα από τις φωνές. Η Ράνια έπεσε στην αγκαλιά μου σχεδόν κλαίγοντας. «Διορίστηκα, επιτέλους διορίστηκα» ψιθύρισε μέσα σε αναφιλητά και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά που δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Δέκα χρόνια στο περίμενε είχε, δεν ήταν και λίγα. Οι χαρές όμως δεν κράτησαν για πολύ μόλις μάθαμε ότι η οργανική της θέση ήταν στο Γυμνάσιο της Σφενδάμου, ενός μικρού νησιού κάπου χαμένου στο Αιγαίο.
Δεν αντέχω να μιλήσω για την προετοιμασία της αναχώρησής της, ούτε για το ταξίδι που κάναμε οι δυο μας για πρώτη φορά στη Σφένδαμο. Δεν θέλω να μιλήσω για το σπίτι που νοικιάσαμε, ούτε για την μαύρη ώρα που ετοιμάστηκα να την αποχαιρετήσω για να γυρίσω πίσω στην Αθήνα. Δεν θέλω να μιλήσω γιατί δεν αντέχω να θυμάμαι. Τώρα τουλάχιστον δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Κάτι μπερδεμένες εικόνες έρχονται στη σκέψη μου τόσο ρευστές και θολές, που μόλις επιχειρώ να τις περιγράψω διαλύονται και χάνονται σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Επιστρέφοντας από την Σφένδαμο, χτύπησα από συνήθεια το κουδούνι του σπιτιού μας. Τα μάτια μου βούρκωσαν, έβγαλα τα κλειδιά και άνοιξα. Τα παράθυρα ήταν κλειστά. Άκουσα το θόρυβο από τα βήματά μου, κοντοστάθηκα σαν σκυλί αναποφάσιστο, σκούπισα τα μάτια μου κι έκανα κανά δυο βήματα προς τα μέσα. Άγνωστος τόπος. Η ερημιά τα είχε ρουφήξει όλα. Χρόνο, τόπο, ανθρώπους, έπιπλα, συνήθειες, τα πάντα. Έρημος. Ούτε ο παραμικρός θόρυβος, ούτε η παραμικρή μυρωδιά, κίνηση καμιά. Όλα παραδομένα στην απόλυτη ησυχία. Στοιχειωμένα. Τα κλειδιά μου έπεσαν από το χέρι. Παρατήρησα την κίνησή τους καθώς έπεφταν, αργά, πολύ αργά, σαν να αντιπάλευαν την βαρύτητα. Η κρεμάστρα, το καλάθι για τις ομπρέλες, το μικρό ξύλινο έπιπλο, το τηλέφωνο, ο καθρέπτης. Δεν κοίταξα προς τα κει. Δεν κοίταξα πουθενά. Περίμενα το επόμενο βήμα να οργανωθεί μέσα μου και να το εμπιστευτώ. Στοιχειωδώς, τουλάχιστον μέχρι τον καναπέ. Κάθισα.
«Δεν αναγνωρίζω τίποτα. Το λιγοστό φως που μπαίνει από τα κλειστά παραθυρόφυλλα μου είναι και αυτό άγνωστο. Με ενοχλεί που με βάζει στο κόπο να θυμηθώ, καθώς τα αντικείμενα ξεχωρίζουν αμυδρά. Ποιος καθόταν δίπλα μου, απέναντί μου, ποιος έπινε από τα ποτήρια που είναι στο τραπέζι, ποιος μιλούσε, τι έλεγε και γιατί; Τα δευτερόλεπτα πέφτουν σαν στάλες. Μια, δυο, τρεις… Τις ακούω πολύ καθαρά. Το δωμάτιο συρρικνώνεται και ρίχνεται καταπάνω μου. Ψηλοί πεινασμένοι τείχη με απειλούν. Μαζεύομαι στην γωνιά του καναπέ. Όλο και πιο πολύ. Κρυμμένος στην παντελή απουσία μου νιώθω τον τόπο να διαλύεται. Από ένστικτο, καθαρά από ένστικτο, σαν ζώο μόνο και έρημο σε εχθρικό τόπο προσπαθώ να αυτοπροστατευθώ. Θυμάμαι ότι διψώ. Η κουζίνα είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Θυμάμαι ότι κρυώνω. Η ντουλάπα με τα πράγματα μου είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Θυμάμαι ότι πεινώ. Είμαι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μέσα στην έρημο. Τα ρούχα μου μουσκεμένα από τον ιδρώτα κολλάν πάνω μου. Με μια απεγνωσμένη κίνηση ορμάω στο παράθυρο για να το ανοίξω. Δεν τα καταφέρνω. Εκλιπαρώ τον φόβο να με κατακλύσει. Να τελειώνουμε μια και καλή. Ο φόβος με αγνοεί. Ακούω την ερημιά να περιφέρεται μέσα στο σπίτι. Τακτοποιεί τα πάντα κατά πως επιθυμεί. Τα πράγματα που είναι πεταμένα στο πάτωμα, το τηλεκοντρόλ, κάτι ρούχα ριγμένα δεξιά κι αριστερά πάνω στα έπιπλα, τα τασάκια με τα αποτσίγαρα, τις κουρτίνες. Την ακολουθώ νοερά. Δεν μετακινούμαι. Δεν δίνω στόχο. Παραμένω παντελώς αδρανής ανάμεσα από τον χρόνο και τον τόπο. Κολυμβητής μαρμαρωμένος στον βυθό των κατασπαραγμένων καθημερινών συνηθειών. Αντιλαμβάνομαι ότι από κάπου ίσως να τρέχει νερό, πολύ νερό, τα σανίδια από το πάτωμα λυγίζουν, αποκαλύπτεται η γη της ερήμου. Μαζεύομαι και πάλι σαν κουβάρι στην γωνία του καναπέ που αλλάζει χρώματα, χρώματα περίεργα, μπλεγμένα, ακαθόριστα. Μικροί αμμόλοφοι μετακινούνται. Ασυναίσθητα κλείνω τα μάτια. Εκατομμύρια κόκκοι άμμου με πολιορκούν, μου επιτίθενται. Αμμοβολισμένο σκαρί στην στεριά, αβοήθητο στην κορυφή των Μετεώρων. Ξαφνικά πιάνω την πρώτη λέξη μιας προσευχής. Η συνέχεια χάνεται μέσα στον θόρυβο του αέρα. Ξαναπροσπαθώ με μάτια επτασφράγιστα κουλουριασμένος μέσα σε τροπαιοφόρο αγωνία να ανακαλύψω την δεύτερη λέξη. Να θυμηθώ. Κάνω να φωνάξω το όνομά της. Το μετανιώνω, δεν θέλω να με δει τόσο πολιορκημένο. Προσπαθώ να θυμηθώ το εσωτερικό του σπιτιού με τα μάτια κλειστά. Περιγράφω ψιθυριστά τα έπιπλα του σαλονιού. Αναλυτικά ένα-ένα. Χρώμα, θέση, πότε τα αγοράσαμε ακόμη και πόσο πληρώσαμε για το καθένα χωριστά. Τους πίνακες. Τις κουρτίνες, το χαλί, τα φωτιστικά. Νοερά ξανασυνθέτω τον χώρο. Του προσδίδω βάρος προσθέτοντας κάθε τόσο και άλλο δωμάτιο, τον διάδρομο, την κουζίνα, με σκοπό να επαναθεμελιωθεί πάνω στον αδυσώπητο χρόνο που ρέει και αντιμάχεται επίμονα κάθε μου προσπάθεια. Με τα μάτια κλειστά καθρεφτίζομαι στο παρελθόν. Περιγράφω τον εαυτό μου. Ύψος, βάρος, μαλλιά, μάτια, πρόσωπο, ρούχα, παπούτσια. Τον βλέπω να στέκεται εμπρός από την πόρτα. Δεν χτυπά το κουδούνι. Βγάζει τα κλειδιά από την τσέπη και την ανοίγει. Περνά στο μικρό χολ. Ανάβει το φως. Ρίχνει μια ματιά τριγύρω. Δεν τον περιμένει κανείς. Απολύτως κανείς. Όλα είναι παράξενα ήσυχα. Ανοίγω τα μάτια. Όλα είναι στην θέση τους, όπως ακριβώς τα περιέγραψα ψιθυριστά πριν από λίγο. Σηκώνομαι κάνω ένα αναγνωριστικό βήμα, ακόμη ένα, πλησιάζω το παράθυρο. Τα παραθυρόφυλλα τρίζουν όπως παλιά. Χτυπά το τηλέφωνο. Δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να μιλήσω. Συνεχίζει να χτυπά. Ασταμάτητα. Προχωρώ στο διάδρομο. Η κρεβατοκάμαρα κρατά το άρωμά της. Αναβλύζει δροσιά. Βγάζω το πουκάμισό μου και στέκομαι όρθιος στην πόρτα. Επιθυμώ έναν θόρυβο. Ανοίγω την βρύση και αφήνω το νερό να τρέχει. Ανοίγω όλα τα παράθυρα για να διασχίσει ο δρόμος το σπίτι. Βιαστικοί άνθρωποι, αυτοκίνητα, ποδήλατα, μηχανάκια, ανυπόμονες φωνές, αδιάφορες συζητήσεις. Δεν πεινώ. Διψώ. Το τηλέφωνο ξαναχτυπά επίμονα. Κοιτώ την αναγνώριση κλήσεων. Ακούω την Ράνια βουρκωμένη. Με δυσκολία μου μιλά. Δεν προλαβαίνω να πω δυο λέξεις. Με κατακλύζει ποταμός δακρύων. Η επικοινωνία διακόπτεται. Οι άνθρωποι του δρόμου που διασχίζει το σπίτι με κοιτούν περίεργα που στέκομαι γυμνός μέσα στο κρύο εμπρός από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Σταδιακά η κίνηση χαλαρώνει. Έχει φεγγάρι, σχεδόν πανσέληνο. Μερικά συννεφάκια εδώ και εκεί. Οι τελευταίοι εναπομείναντες περαστικοί περνούν από μπροστά μου βιαστικά. Μια άγνωστη σε μένα γυναίκα κοντοστέκεται και χωρίς να μιλά, τυλίγει τον δρόμο που διασχίζει το σπίτι λες και είναι διάδρομος υποδοχής και εξαφανίζεται. Το άγριο ζώο μέσα μου γρυλίζει όλο και πιο δυνατά. Πρέπει να το ξεγελάσω. Είναι μέσα Οκτώβρη. Η 28η πέφτει Παρασκευή, αν πάρω και δυο μέρες άδεια έχουμε πέντε μέρες. Η 17η Νοέμβρη πέφτει Τρίτη, μια μέρα άδεια την Δευτέρα, έχουμε τέσσερις μέρες. Είκοσι Δεκέμβρη κλείνουν τα σχολεία μέχρι επτά Γενάρη έχουμε σχεδόν δεκαεπτά ολόκληρες μέρες. Το άγριο ζώο ικανοποιημένο τρίβεται πάνω στις σκέψεις μου. Ο θόρυβος από την ανοιχτή βρύση με ενοχλεί. Αφήνομαι να με πάρουν τα κύματα».

Είναι επτά Γενάρη. Οι διακοπές τέλειωσαν. Δυστυχής φυλλογυρίζω το ημερολόγιο και η Ράνια ανήσυχη κάνει πως κοιμάται δίπλα μου.

Το διήγημα « Έρημο σπίτι» συμπεριλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Πάσχου με τίτλο «Μη φεύγεις» που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις της Ινδίκτου.

Μοίρασέ το:Share on Facebook91Tweet about this on TwitterShare on Google+0Share on LinkedIn0Pin on Pinterest0Email this to someone

You may also like...

  • Γιάννη, ευχαριστώ προσωπικά που ανταποκρίθηκες. Το διήγημα μου άρεσε· κυρίως ο ρυθμός του με τις μικρές προτάσεις, οι εικόνες που φέρουν είναι ανάλογες στιγμιοτύπων. Αναμένω το βιβλίο με χαρά. Ευχαριστώ και πάλι.

  • Χρήστος

    Σ’ευχαριστώ γιάννη Πάσχο…